Το έμφραγμα μυοκαρδίου, ή αλλιώς καρδιακή προσβολή, συμβαίνει όταν η ροή του αίματος σε ένα τμήμα του μυοκαρδίου (της καρδιάς) μπλοκάρεται πλήρως ή μερικώς, συνήθως λόγω απόφραξης μιας στεφανιαίας αρτηρίας. Αυτή η απόφραξη μειώνει την παροχή οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών στους καρδιακούς ιστούς, με αποτέλεσμα τη ζημιά ή νέκρωση (θάνατο) των καρδιακών κυττάρων στην περιοχή που πλήττεται. Προκαλείται από αθηροσκλήρωση (σπάσιμο της συσσωρευμένης πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες) . Σπανιότερες αιτίες είναι ο σπασμός σε κάποια στεφανιαία αρτηρία, η υπερβολική σωματική καταπόνηση, συναισθηματικό άγχος, ή σοβαρή λοίμωξη.
Στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ο χρόνος αντιμετώπισής του είναι πολύτιμος. Απαιτείται άμεση αντίδραση στα παρακάτω συμπτώματα:
- Πόνος ή πίεση στο στήθος
- Δύσπνοια
- Ναυτία ή έμετος
- Υπερβολική εφίδρωση
- Πόνος στο χέρι, τον ώμο, το λαιμό ή την πλάτη:
- Ζάλη ή λιποθυμία
- Ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη για αρκετά χρόνια, ή υπερήλικες ασθενείς, τα συμπτώματα εμφανίζονται με τη μορφή μιας ήπιας δυσφορίας ή δυσκολίας στην αναπνοή.
Ο ασθενής πρέπει άμεσα να μεταφερθεί σε Αιμοδυναμικό Εργαστήριο Νοσηλευτηρίου για διάγνωση και θεραπεία ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών ή θανάτου.
Οι κύριες θεραπείες περιλαμβάνουν:
- Αντιθρομβωτικά φάρμακα: Για να διαλυθεί το θρόισμα και να αποκατασταθεί η ροή του αίματος. Η αποτελεσματικότητα αυτών των φαρμάκων σχετίζεται με το κατά πόσον θα χορηγηθούν έγκαιρα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Έχει βρεθεί από πολλές μελέτες ότι είναι πολύ αποτελεσματικά εάν χορηγηθούν μέσα στην πρώτη ώρα, αλλά από εκεί και πέρα η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται ραγδαία και πρακτικά παύει να υφίσταται μετά την παρέλευση δώδεκα ωρών από την έναρξη του εμφράγματος. Τα αντιθρομβωτικά φάρμακα δεν αντιμετωπίζουν το υποκείμενο πρόβλημα που είναι η ύπαρξη κάποιου βαθμού στένωσης της στεφανιαίας αρτηρίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη πιθανότητα να αποφραχθεί εκ νέου το αγγείο, λίγες ημέρες μετά. Το άλλο μεγάλο μειονέκτημα χορήγησης αυτών των φαρμάκων είναι ότι αυξάνουν την πιθανότητα αιμορραγιών, και σε ένα ποσοστό έως και 0.5% μπορεί αυτές οι αιμορραγίες να είναι πολύ σοβαρές και μοιραίες (ενδοεγκεφαλική αιμορραγία).
- Διενέργεια στεφανιογραφίας και αγγειοπλαστικής ή Bypass καρδιάς (CABG), δηλαδή καρδιοχειρουργικής επέμβασης. Για τη διάνοιξη του αγγείου με τη μορφή επείγουσας πρωτογενούς αγγειοπλαστικής, διενεργείται στεφανιογραφία με τη χρήση τοπικού αναισθητικού. Διαπιστώνεται πού βρίσκεται το πρόβλημα της οξείας απόφραξης και την ίδια στιγμή πραγματοποιείται διάνοιξη με τη χρήση ενός μπαλονιού και την τοποθέτηση κάποιων εσωτερικών μεταλλικών πλεγμάτων, των λεγόμενων ‘stent’. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δεν απαιτεί τη χρήση ισχυρών θρομβολυτικών φαρμάκων και άρα μειώνεται ο κίνδυνος της αιμορραγίας. Κυρίως, εξασφαλίζεται η πλήρης διάνοιξη του αγγείου σε πολύ μεγάλο ποσοστό, μειώνεται η έκταση του εμφραγματικού μυοκαρδίου και ελαττώνονται οι πιθανότητες επανέμφραξης του αγγείου, αφού αντιμετωπίζεται και η υποκείμενη στένωση της αρτηρίας. Ο ασθενής μετά την επιτυχή διάνοιξη του αγγείου παραμένει στην Κλινική 3-5 ημέρες και υποβάλλεται στις απαραίτητες εξετάσεις.
Μετά το έμφραγμα
Η ομάδα της Β΄ Καρδιολογικής Κλινικής έχει τεράστια εμπειρία στη διενέργεια αγγειοπλαστικών επεμβάσεων μετά από έμφραγμα. Πρωτοπορεί όμως και στις διαδερμικές επεμβάσεις για την πτύχωση και σμίκρυνση του όγκου της καρδιάς σε ασθενείς με πρόσθιο έμφραγμα του μυοκαρδίου για την αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας που προκαλείται λόγω της βλάβης μετά από το έμφραγμα. Συμμετείχε το 2021 ως Κέντρο Αναφοράς στην Ελλάδα για την υλοποίηση της της διεθνούς πολυκεντρικής μελέτης ALIVE με τη συσκευή REVIVENT TC για τη διαδερμική αναδιαμόρφωση και βελτίωση της λειτουργίας της καρδιάς, απομονώνοντας την ουλή από το προηγούμενο έμφραγμα, με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο.